Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2012

Ένα βαγόνι γεμάτο νεκρούς και «Η ανευθυνότητα του πλήθους». Το πείραμα των Ντάρλεϊ και Λατανέ.

Άνοιξα τα μάτια λίγο πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι. Αυτό συμβαίνει τις μέρες του άγχους. Πρώτη σκέψη της ημέρας ‘δεν έχω πληρώσει τη δεη’. Γαμώ τη δεή η επόμενη σκέψη. Το αντίδοτο του άγχους κοιμάται δίπλα μου. Ευτυχώς. Μέχρι να φτάσω στο μετρό η δεη έχει γίνει μια δουλειά που θα ταχτοποιήσω αύριο.
Μπαίνω στο μετρό. Αλλάζω γραμμή στο σύνταγμα και μπαίνω στο βαγόνι που με οδηγεί στον τελικό προορισμό. Μόλις που πρόλαβα να βρω τη γωνιά μου και να βγάλω το βιβλίο, μια σπαρακτική φωνή από δίπλα επαναλαμβάνει ‘Δε μπορώ να πάρω ανάσα’, ΄Χάνομαι’. Είναι μια γυναίκα γύρω στα 40 με τα ρούχα της δουλειάς. Έχει ιδρώσει, το βλέμμα της φανερώνει απελπισία, δε μπορεί να πάρει ανάσα. Παθαίνει έμφραγμα, κρίση πανικού, τι συμβαίνει; Οι διπλανοί της δεν την κοιτάνε καν. Την πλησιάζω. Δεν κουνιέται κανείς.
Μόνο εγώ την ακούω ρε; Τι γίνεται;
Στη διαδρομή μέχρι την επόμενη στάση, φωνάζει σπαρακτικά πως δεν έχει ανάσα. Κουνάει τα χέρια της για να κάνει αέρα στο πρόσωπο της. Σηκώνεται όρθια, το σώμα της έχει μια κλίση προς τα πάνω σαν να προσπαθεί να βγει πάνω από όλους μας για να αναπνεύσει.
Δε νιώθετε ρε σείς την απελπισία της;
Η οδηγός του μετρό έρχεται στο βαγόνι μας και με πολύ αυστηρό ύφος της λέει ‘ Σας παρακαλώ κυρία μου περάστε έξω’. Δε μπορώ να καταλάβω τι γίνεται, γιατί της μιλάει έτσι, τι έκανε λάθος; Τη βοηθάω να βγει έξω. Την ώρα που βγαίνει φωνάζει ‘είχε σταματήσει για χρόνια. Με έχει πιάσει κρίση πανικού. Χάνομαι’. Ζητάει απελπισμένα ένα μπουκάλι νερό. Το ξέρω ότι δεν έχω στην τσάντα αλλά κοιτάω. Δε ξέρω τι να κάνω. Ένα μπουκάλι νερό ρε σεις. Ο χρόνος έχει παγώσει στην αποβάθρα. Στην απόλυτη ησυχία μια γυναίκα φωνάζει την απελπισία της. Δε μπορεί να αναπνεύσει. Την ακούτε;
Γιατί κοιτάτε όλοι έτσι; Τι έχετε πάθει ρε; Τι σας συμβαίνει;
Ένας ζωντανός ανάμεσα τους της ρίχνει ένα μπουκάλι νερό στα μαλλιά, μια άλλη ζωντανή της δίνει οδηγίες για βαθιές ανάσες. Συνέρχεται. Ηρεμεί. Η ανάσα της κοπάζει, αλλάζει το βλέμμα της. Ζητάει συγνώμη.
Σας ζητάει συγνώμη ρε.
Πλησιάζει το βαγόνι, κάνει να ξαναμπεί. Δυο γυναίκες γύρω στα 60 δεν την αφήνουν.

 Απαγορεύεται να μπεις της λένε. Η κοπέλα που την είχε βοηθήσει νωρίτερα κι εγώ από λίγο πιο πίσω τους απαντάμε. Τι σημαίνει απαγορεύεται; Οι πόρτες κλείνουν, η γυναίκα μένει απέξω, το μετρό φεύγει.
Τι συμβαίνει; Υπάρχει κάποιος άνθρωπος εδώ μέσα ή έχετε πεθάνει όλοι ρε σεις;
Κλαίω. Δεν είναι μόνο η απελπισία της και τα σπαρακτικά της λόγια που με έχουν λυγίσει. Είναι που δεν υπάρχουν ζωντανοί. Τι έχουν πάθει; Δε μπορώ να συγκρατήσω με τίποτα τα δάκρυα μου. Τα σκουπίζω. Ό άντρας δίπλα μου με κοιτάει.
Τι με κοιτάς ρε; Κι αυτό σου φαίνεται περίεργο; Νιώθεις ρε;
Κι άλλος ένας ζωντανός, γύρω στα 60, κλαίει κι αυτός. Δεν προλαβαίνω να τα μαζέψω και πέφτουν κι άλλα. Κλαίμε εμείς για σας, τρέχουμε εμείς για σας. Για σας, τα ζόμπι με τις ωτοασπίδες που αγχώνεστε να φτάσετε στη δουλειά σας. Που κοιτάνε παγωμένοι, που μπροστά στην απελπισία του άλλου μάθατε μόνο να παγώνετε. Δε σκεφτήκατε σε καμία στιγμή άραγε πως θα μπορούσατε να είστε εσείς στη θέση της; Δε ξέρω πως τα καταφέρνετε.
Βγαίνω από το μετρό. Θέλω να μιλήσω σε έναν ζωντανό. Τα λέω. Κλαίω. Πρώτα μια περιγραφή, μετά η στεναχώρια και τα δε θέλω να ζω εδώ, κωλοέλληνες.
Εδώ, η ζωή δυσκολεύει. Νομίζεις πως θα την αντέξεις, από τη μία σκέφτεσαι πως εσύ πρέπει να συνεχίσεις να είσαι αυτός που θα βοηθήσεις τη γυναίκα που χάνεται και από την άλλη δεν αντέχεις άλλο να τους κοιτάς όλους αυτούς τους παγωμένους. Τους αδιάφορα παγωμένους.
Καθώς έμπαινα στο γραφείο, με έπιασα να φωνάζω σιωπηλά αυτά που δεν είπα στην 60άρα με το απαγορεύεται. Πόσα ‘εσείς μας φέρατε ως εδώ’ να επανέλαβα άραγε.
Την ξέρω την κρίση πανικού. Είναι μια σκέτη φρίκη. Ωμή απελπισία που σου κόβει την ανάσα. Αυτό που σε πεθαίνει όμως δεν είναι αυτό. Θάνατος είναι αυτά τα εκατοντάδες όρθια και καθιστά ζόμπι που παρακολουθούσαν. Τα σώματα τους έχουν παγώσει από το θάνατο. Η μόνη με ζεστό ακόμα χνώτο φώναζε ‘χάνομαι’ και 4-5 ζωντανοί της κρατούσαν το χέρι. Αυτοί, οι μόνοι ζεστοί.


«Η ανευθυνότητα του πλήθους». Το πείραμα των Ντάρλεϊ και Λατανέ.





"Ο κόσμος είναι επικίνδυνος, όχι εξαιτίας αυτών που κάνουν το κακό, αλλά εξαιτίας αυτών που τους κοιτάζουν χωρίς να κάνουν τίποτα."
                                                            Άλμπερτ Αϊνστάιν





Η ιστορία που ακολουθεί δεν είναι, δυστυχώς, φανταστική. Μοιάζει να βγήκε από ταινία τρόμου, ειδικά μόλις μαθαίνουμε ότι συνέβη μια Παρασκευή και 13. Συγκεκριμένα την Παρασκευή, 13 Μαρτίου του 1964.

Ήταν τρεις η ώρα το πρωί και η Κάθριν Τζενοβέζε γύριζε σπίτι από τη βραδινή της βάρδια. Έμενε στο Κουίνς της Νέας Υόρκης, σε μια πολυκατοικημένη αστική περιοχή.
Αφού πάρκαρε το αυτοκίνητο της προχώρησε προς την είσοδο της πολυκατοικίας της.
Εκεί αντιλήφθηκε, μέσα στις σκιές, έναν άντρα –που πιθανότατα της φάνηκε ύποπτος- και γύρισε για να ξαναμπεί στο αυτοκίνητο της ή να τηλεφωνήσει στην αστυνομία.
Δεν πρόλαβε. Ο άντρας, ονόματι Γουίνστον Μόουζλι, την πρόφτασε και της έχωσε ένα μαχαίρι στην πλάτη. Καθώς εκείνη στράφηκε να τον αντιμετωπίσει τη μαχαίρωσε και στην κοιλιά.
Η Κάθριν άρχισε να φωνάζει: «Βοήθεια! Με σκοτώνουν! Βοηθήστε με!»
Φώτα άναψαν στις κοντινές κατοικίες και κουρτίνες κουνήθηκαν στα παράθυρα. Αλλά κανείς δε βγήκε να δει τι συνέβαινε.
Ο Μόουζλι στην κατάθεση του αργότερα δήλωσε: «Αισθάνθηκα ότι κανείς από αυτούς τους ανθρώπους δε θα κατέβαινε τις σκάλες.»
Και έτσι έγινε.

Μόνο ένας άντρας φώναξε: «Άσε ήσυχο το κορίτσι.»
Ο Μόουζλι έφυγε γρήγορα και η Κάθριν σύρθηκε μέχρι την είσοδο του σπιτιού της.
Όμως όλα τα φώτα στα σπίτια έσβησαν ξανά. Ο Μόουζλι πλησίασε την Κάθριν και τη μαχαίρωσε ξανά. Εκείνη ούρλιαξε και ζήτησε για άλλη μια φορά βοήθεια. Τα φώτα άναψαν πάλι, αλλά κανείς δε μίλησε, κανείς δε βγήκε.
Ο Μόουζλι απομακρύνθηκε και περίμενε. Λίγα λεπτά μετά πλησίασε πάλι την κοπέλα που ανέπνεε ακόμα και την αποτελείωσε, κόβοντας ‘την από το λαιμό ως τα γεννητικά όργανα. Μετά κατέβασε το παντελόνι του και ασέλγησε πάνω στο νεκρό σώμα.

Η απεχθής αυτή εγκληματική πράξη διήρκεσε 35 λεπτά. Η πρώτη επίθεση έγινε στις 3:15 και ο Μόουζλι έφυγε στις 3:50.
38 αυτόπτες μάρτυρες παρατηρούσαν την κοπέλα να μαχαιρώνεται (τρεις φορές) μέχρι θανάτου, χωρίς να κάνουν τίποτα, χωρίς καν να τηλεφωνήσουν στην αστυνομία.
Η αστυνομία ειδοποιήθηκε στις 4 το πρωί και όταν έφτασε ήταν πολύ αργά. Για όλους.

Το έγκλημα αυτό ίσως να χανόταν ανάμεσα τους φακέλους της αστυνομίας, αν δεν το μάθαιναν δύο κοινωνικοί ψυχολόγοι, ο Ντάρλεϊ και ο Λατανέ. Αυτοί δεν ενδιαφέρθηκαν για τη διεστραμμένη προσωπικότητα του δολοφόνου, αλλά για κάτι ίσως πιο συνταρακτικό: Την απάθεια των παρατηρητών, την απροθυμία τους να βοηθήσουν. Τι ήταν αυτό που τους εμπόδισε να αντιδράσουν;

Κάποιοι ψυχολόγοι και ψυχίατροι αναφέρθηκαν στη «συναισθηματική άρνηση» των αυτόπτων μαρτύρων: Ότι εξαιτίας του σοκ έμειναν αδρανείς, απαθείς. Ένας άλλος μίλησε για τον αρνητικό ρόλο της τηλεόρασης, η οποία είχε εθίσει τους τηλεθεατές στη βία και στην κοινωνική απάθεια.
Όμως ο Ντάρλεϊ με τον Λατανέ δεν πείστηκαν. Ένιωθαν, χωρίς να μπορούν ακόμα να το εξηγήσουν, ότι αυτή η συμπεριφορά δεν είχε να κάνει με την τηλεόραση ή με το συναισθηματικό κλονισμό, αλλά με κάτι βαθύτερο, ίσως και πιο αρχέγονο.
Έτσι προχώρησαν στο περίφημο πείραμα τους, αυτό που αποκάλυψε την έννοια της «διάχυσης της ευθύνης».

Όπως είναι ευνόητο δεν μπορούσαν να αναπαραστήσουν μια δολοφονία, έτσι έκαναν αναπαράσταση μιας επιληπτικής κρίσης.
Ένας φοιτητής, με μικρόφωνο και ακουστικά, καθόταν μόνος σε ένα μικρό δωμάτιο. Θα μιλούσε για 2 λεπτά για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει στη φοιτητική ζωή, αφού πρώτα θα άκουγε τους υπόλοιπους φοιτητές, στα άλλα δωμάτια, να μιλάνε για τη δική τους ζωή.
Όπως είναι προφανές –σε μας που γνωρίζουμε τη φύση του πειράματος- δεν υπήρχε κανείς άλλος φοιτητής, πέρα από το υποκείμενο. Οι φωνές που άκουγε ήταν μαγνητοφωνημένες.
Κάποια στιγμή ξεκινούσε να μιλάει ένας «φοιτητής», ο οποίος έλεγε ότι είναι επιληπτικός και αυτό συχνά του δημιουργεί προβλήματα κλπ κλπ.
Μέχρι που ο επιληπτικός ηθοποιός άρχιζε να παθαίνει κρίση και να ζητάει βοήθεια: «Νομίζω ότι παθαίνω κρίση... Βοηθήστε με... Θα πεθάνω...»
Η ψεύτικη επιληπτική κρίση διαρκούσε έξι λεπτά. Σε αυτό το χρονικό διάστημα μόλις το 31% των φοιτητών που άκουγαν σηκώθηκαν και ζήτησαν βοήθεια από τον υπεύθυνο του προγράμματος.
Το υπόλοιπο 69% των φοιτητών, ενώ είχαν ταραχτεί –καταρρίπτοντας έτσι την υπόθεση της απάθειας και της τηλεοπτικής αποχαύνωσης- δεν ήξεραν τι να κάνουν. Περίμεναν ότι κάποιος άλλος θα βοηθούσε τον επιληπτικό, έτσι δεν έκαναν τίποτα.

Η «διάχυση της ευθύνης» φάνηκε πιο καθαρά όταν οι πειραματιστές άλλαξαν τον αριθμό των φοιτητών-μαγνητοφωνημένων φωνών που συμμετείχαν στο πείραμα.
Όταν το υποκείμενο πίστευε ότι είναι μόνος του με τον επιληπτικό φοιτητή, αναζητούσε βοήθεια μέσα στα τρία πρώτα λεπτά -συγκεκριμένα το 85% των φοιτητών αντέδρασε έτσι.
Το συμπέρασμα των Ντάρλει και Λατανέ ήταν: «Όσο περισσότεροι είναι οι μάρτυρες κάποιου δυσάρεστου γεγονότος, όπως επίθεση ή ατύχημα, τόσο λιγότερο υπεύθυνος αισθάνεται ο καθένας, γιατί η ευθύνη καταμερίζεται ισομερώς στο πλήθος.»

Με διαφορετικά λόγια είναι λάθος να αισθανόμαστε περισσότερο ασφαλείς μέσα σε ένα μεγάλο πλήθος, όπως αυτό της πόλης. Είναι πιο πιθανό να σε βοηθήσει ο ένας και μοναδικός σου γείτονας, παρά όλοι αυτοί οι άνθρωποι –οι οποίοι συνήθως είναι και άγνωστοι- που συνωστίζονται στις πολυκατοικίες τριγύρω σου και σε προσπερνούν στους πολυσύχναστους δρόμους.
Και δεν είναι τυχαίο αυτό που λένε οι ποιητές: Ότι η μοναξιά μας γίνεται μεγαλύτερη μέσα στο πλήθος.

Όμως οι Ντάρλει και Λατανέ έβγαλαν άλλο ένα συμπέρασμα, πιο αισιόδοξο, με κάποιο άλλο πείραμα που δε θα αναφέρω αυτή τη στιγμή, παρότι είναι εξίσου ενδιαφέρον: Ό,τι η αλληλεγγύη διδάσκεται.

Αν ένας άνθρωπος απλά ακούσει για τη «διάχυση της ευθύνης», είναι έτοιμος, την επόμενη φορά που θα συμβεί κάτι «μπροστά στα μάτια του», να αντιδράσει διαφορετικά.

Υπάρχουν περισσότερες πιθανότητες να μην προσπεράσει το γέρο που έπεσε στη μέση του δρόμου επειδή κάποιοι άλλοι ήδη στέκονται από πάνω του, λέγοντας –στον εαυτό του: «Ας τον βοηθήσουν αυτοί, εγώ τι μπορώ να κάνω παραπάνω;»
Είναι πιο πιθανό να μην αφήσει αβοήθητη μια γυναίκα ή ένα παιδί ή έναν άγνωστο ή έναν σκύλο που ξυλοκοπούνται, πιστεύοντας ότι δεν είναι δική του ευθύνη –αφού τόσοι παρακολουθούν χωρίς να κάνουν τίποτα.

Γιατί ξέρει ότι όλοι έχουμε ευθύνη -την ίδια ακριβώς, χωρίς διάχυση- για ό,τι συμβαίνει στην κοινωνία μας, και δε θέλει να είναι ένας από τους 38 αυτόπτες μάρτυρες που άφησαν το Μόουζλι να κατακρεουργήσει την Κάθριν Τζενοβέζε.

Και ίσως τότε, αν τα συμπεράσματα των Ντάνλεϊ και Λατανέ είναι σωστά, ακόμα και αυτό το ασήμαντο κείμενο μπορεί να βοηθήσει την επόμενη Κάθριν να επιζήσει.







(Περισσότερα για το πείραμα των Ντάνλει και Λατανέ: «Το κουτί της Ψυχής», της Lauren Slater, από τις εκδόσεις Οξύ.)

2 σχόλια:

  1. Πολύ σωστή αντιπαράθεση κειμένων. Η εξήγηση της συμπεριφοράς των ανθρώπων στο μετρό μέσω του πειράματος των Ντάνλεϊ και Λατανέ δεν είναι ολοκληρωμένη, αλλά δίνει ένα στίγμα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Θα συμφωνήσω με το ανολοκλήρωτο της εξήγησης Γελωτοποιέ ,αλλά ήταν μία ευκαιρία να δοθεί και κάποια ελπίδα στους "νεκρούς" της Αθήνας και η ανάρτηση σου ικανοποιούσε σημαντικά αυτό το σκοπό.Η κραυγή αγωνίας από τον mpananas , δεν αντανακλά παρά τον φόβο και τον απόλυτο εγκλωβισμό αυτών των "νεκρών". Μια γυναίκα εκδήλωσε αυτό που δεν τολμούν να εκδηλώσουν όλοι τους.Ο΄τι πνίγονται, μέσα στους φόβους και τις ενοχές τους.Θα μου έδινε μεγάλη χαρά να συμπλήρωνες με το δικό σου τρόπο την εξήγηση της συμπεριφοράς

    ΑπάντησηΔιαγραφή